Ανοικτή Αποκατάσταση Βουβωνοκήλης (Lichtenstein, Shouldice)

Η ανοικτή αποκατάσταση βουβωνοκήλης, με ή χωρίς πλέγμα, είναι η συχνότερη επέμβαση της γενικής χειρουργικής. Είναι μια γρήγορη και εύκολη επέμβαση, αν και μπορεί να έχει ως επακόλουθο σοβαρά προβλήματα εφόσον δεν γίνει με τη δέουσα προσοχή. Συνήθως γίνεται με γενική αναισθησία, αλλά μπορεί πολύ εύκολα να γίνει και με τοπική ή περιοχική (π.χ. ραχιαία/επισκληρίδιο) αναισθησία, σε όσους ασθενείς προτιμούν να παραμένουν ξύπνιοι κατά τη διάρκεια του χειρουργείου, ή σε ηλικιωμένους στους οποίους η γενική αναισθησία μπορεί να είναι επικίνδυνη.

Αρχικά κάνουμε τομή στο δέρμα πάνω από την κήλη, και στη συνέχεια διαχωρίζουμε τους μύες του πρόσθιου κοιλιακού τοιχώματος. Αφού αποκολλήσουμε το περιεχόμενο της κήλης από τους μύες, το επαναφέρουμε στην κοιλιακή κοιλότητα, και ενισχύουμε το μυικό τοίχωμα σε διαφορετικά στρώματα, δίνοντας μεγάλη προσοχή στο να μην τραυματίσουμε τα αγγεία του όρχι στους άντρες.

Υπάρχουν πολλές διαφορετικές τεχνικές αποκατάστασης βουβωνοκήλης, αλλά ο κυριότερος διαχωρισμός είναι ανάμεσα στην αποκατάσταση με πλέγμα, και με ραφες μόνο χωρίς τη χρήση συνθετικού υλικού. Οι παλιότερες τεχνικές αποκατάστασης βουβωνοκήλης χωρίς πλέγμα (Bassinι, Darn), είχαν πολύ υψηλά ποσοστά υποτροπών, μέχρι και 20%, γι’ αυτό και εγκαταλείφθηκαν. Από την άλλη υπάρχουν τεχνκές χωρίς πλέγμα, όπως η Shouldice, που έχουν πολύ χαμηλά αποτελέσματα υποτροπών , αντίστοιχα της αποκατάστασης με πλέγμα.

Η ανοικτή αποκατάσταση βουβωνοκήλης με πλέγμα, με κυριότερο εκπρόσωπο την τεχνική Lichtenstein, έχει πολύ χαμηλά ποσοστά υποτροπών, κάτω του 1%. Στη συγκεκριμένη τεχνική, κατά τη διάρκεια της επέμβασης, τοποθετείται συνθετικό πλέγμα πολυπροπυλενίου ανάμεσα στις μυϊκές ομάδες, και καθηλώνεται με ραφές σε συγκεκριμένα σημεία του βουβωνικού πόρου. Η αποκατάσταση με πλέγμα όμως, παρόλο που είναι τεχνικά πιο εύκολη, γρήγορη και ασφαλής, έχει ένα μικρό ρίσκο ανάπτυξης επιπλοκών από το πλέγμα. Μετά την επέμβαση μπορεί ν ακολουθήσει αίσθημα βάρους ή ξένου σώματος, χρόνιος πόνος, και στη χειρότερη περίπτωση επιμόλυνση του πλέγματος. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθεί επανεπέμβαση για επιδιόρθωση της επιπλοκής, ενώ σπάνια μπορεί τα συμπτώματα να επιμείνουν δια βίου. Πάντως πρέπει να σημειωθεί ότι η εμφάνιση χρόνιου πόνου είναι πιθανή και μετά από αποκατάσταση βουβωνοκήλης χωρίς πλέγμα.

Στη συντριπτική πλειοψηφία τω περιπτώσεων πάντως, η επέμβαση ολοκληρώνεται με επιτυχία σε 45-60 λεπτά. Ο ασθενής παίρνει εξιτήριο εντός 24 ωρών, μερικές φορές πολύ συντομότερα. Οι πρώτες μέρες μετά την επέμβαση είναι αρκετά επώδυνες, και οι ασθενείς παραμένουν στο σπίτι για τουλάχιστον μια εβδομάδα και λαμβάνουν αναλγητικά. Μπορούν να επιστρέψουν σε καθιστική εργασία μετά από 2-3 εβδομάδες, ενώ για χειρωνακτική εργασία μπορεί να απαιτηθούν 6-8 εβδομάδες περίπου. 

Σε σχέση με τη λαπαροσκοπική αποκατάσταση βουβωνοκήλης η ανοικτή αποκατάσταση συνοδεύεται από περισσότερο πόνο και απαιτεί μεγαλύτερη περίοδο αποχής από την εργασία. Πάντως το τελικό αποτέλεσμα μετά τους 3 μήνες είναι παρόμοιο και στα δυο είδη επεμβάσεων.