ΛΑΠΑΡΟΣΚΟΠΙΚΗ ΣΠΛΗΝΕΚΤΟΜΗ

Ενδείξεις για σπληνεκτομή είναι το τραύμα σπληνός, η σπληνομεγαλία, οι αιματολογικές διαταραχές λόγω υπερλειτουργικότητας του οργάνου (υπερσπληνισμός), και μάζες του σπλήνα. Η επιλογή ανάμεσα σε ανοικτή και λαπαροσκοπική προσπέλαση, η τεχνική, καθώς και αν θα επιλεγεί να γίνει προσπάθεια διάσωσης όλου ή μέρους του σπλήνα, ή αν θα γίνει προσπάθεια για ριζική εκτομή, εξαρτάται από το λόγο για τον οποίο γίνεται η επέμβαση.

Αν η σπληνεκτομή γίνεται για τραύμα και ο ασθενής είναι ασταθής αιμοδυναμικά, προσπαθούμε να κάνουμε την ταχύτερη επέμβαση που θα σταματήσει συντομότερα την αιμορραγία. Αν ο ασθενής είναι σχετικά σταθερός, ή σε περίπτωση άλλων ενδείξεων, κάνουμε την επέμβαση λαπαροσκοπικά. Σε περίπτωση τραύματος ή καλοήθους μάζας ή κύστης, δεν υπάρχει λόγος για ριζική αφαίρεση του σπλήνα. Αντίθετα προσπαθούμε να διατηρήσουμε σπληνικό ιστό αν είναι δυνατόν, είτε εκτελώντας μερική σπληνεκτομή, ή εμφυτεύοντας σπληνικό ιστό σε διάφορα σημεία της κοιλιάς. Αντίθετα σε περίπτωση αιματολογικού νοσήματος, υπερσπληνισμού, ή πιθανής κακοήθειας,, είναι σημαντικό να κάνουμε όσο το δυνατόν πιο ριζική εκτομή, να αφαιρέσουμε ολόκληρο τον σπληνικό ιστό χωρίς να παραμείνει υπόλειμμα, το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε υποτροπή της πάθησης. 

Λόγω της θέσης του σπληνός, η λαπαροσκοπική τεχνική είναι ιδανική για τη διενέργεια του χειρουργείου. Η χρήση των λαπαροσκοπικών εργαλείων μας επιτρέπει να προσπελάσουμε τον σπλήνα με μεγαλύτερη ευκολία από ότι στην ανοικτή χειρουργική. Η μεγέθυνση που προσφέρει η λαπαροσκοπική κάμερα βοηθάει στην καλύτερη αναγνώριση ανατομικών στοιχείων και αποφυγή τραυματισμών. Και η δυνατότητα χρήσης της βαρύτητας μέσω τοποθέτησης του ασθενούς σε πλάγια θέση, πράγμα που δε μπορεί να συμβεί στο ανοικτό χειρουργείο, διευκολύνει την απώθηση άλλων οργάνων, μειώνοντας την πιθανότητα τραυματισμού τους. 

Έχοντας τοποθετήσει λοιπόν τον ασθενή σε ημιπλάγια θέση, εισάγουμε τα λαπαροσκοπικά εργαλεία, και ξεκινάμε αποκολλώντας τον σπλήνα από τα γύρω όργανα, συγκεκριμένα από το παχύ έντερο και το στομάχι. Στη συνέχεια αποκλείουμε τα αγγεία που τροφοδοτούν το σπλήνα. Αφού γίνει αυτό και αντιμετωπιστούν πιθανές αιμορραγίες, αποκολλάμε τον σπλήνα από τους γύρω ιστούς, τον τοποθετούμε σε ειδικό σάκο ανάσυρσης και τον αφαιρούμε από την κοιλιά του ασθενούς.

Η επέμβαση είναι σε γενικές γραμμές ασφαλής με πολύ χαμηλή πιθανότητα επιπλοκών. Ως συνήθως μετά από λαπαροσκοπικές επεμβάσεις οι ασθενείς σιτίζονται και κινητοποιούνται άμεσα. Συνήθως το εξιτήριο καθυστερεί για 2-3 ημέρες, για ν αποκλειστεί η πιθανότητα επιπλοκών. Ο πόνος είναι ελάχιστος αλλά η επιστροφή στην εργασία καθυστερεί για λίγες εβδομάδες.

Μια από τις πιο σημαντικές παραμέτρους της αφαίρεσης του σπλήνα είναι η επίπτωση στη δυνατότητα του οργανισμού να καταπολεμά μικροβιακές λοιμώξεις. Αυτός είναι και ο πιο σημαντικός λόγος για να προσπαθούμε να διατηρήσουμε τμήμα του σπληνός. Λαμβάνουμε έτσι κι αλλιώς κάποια μέτρα για να μειωθεί η πιθανότητα λοιμώξεων. Κατ’ αρχήν οι ασθενείς που πρόκειται να υποβληθούν σε σπληνεκτομή, εμβολιάζονται γιε Πνευμονιόκοκκο, Μηνιγγιτιδόκοκκο και Αιμόφιλο της Ινφλουένζα κατά προτίμηση πριν το χειρουργείο, ή όσο το δυνατό νωρίτερα μετά από αυτό εφόσον διενεργήθηκε επειγόντως. Καλό είναι επίσης να γίνεται κάθε χρόνο αντιιγριππικό εμβόλιο. Για τα πρώτα 2 χρόνια μετά την επέμβαση οι ασθενείς παίρνουν χαμηλή δόση αντιβίωσης. Αν εμφανιστούν σημάδια λοίμωξης, πρέπει να απευθύνονται άμεσα στο γιατρό τους και να ξεκινούν ισχυρή αντιβιοτική αγωγή. Επιπλέον αν υπάρχει υποψία επιδείνωσης πρέπει να εισάγονται στο νοσοκομείο όσο το δυνατόν νωρίτερα.