Προκαταλήψεις βάρους και το στίγμα της παχυσαρκίας

Η προκατάληψη βάρους ορίζεται ως αρνητική στάση και πεποιθήσεις για άλλους λόγω του βάρους τους, που μπορεί να οδηγήσει σε ανισότητες όπως π.χ. ανεπαρκή υγειονομική περίθαλψη, διακρίσεις στο χώρο εργασίας ή στο εκπαιδευτικό περιβάλλον

Πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει ότι το στίγμα του βάρους και οι διακρίσεις είναι διάχυτα παγκοσμίως, έχοντας τεκμηριωθεί σε πολλούς κοινωνικούς τομείς, συμπεριλαμβανομένων χώρου εργασίας, της εκπαίδευσης, των χώρων υγειονομικής περίθαλψης και εντός των οικογενειών. Παρά την παγκόσμια αύξηση του αριθμού των ατόμων με παχυσαρκία οι προκαταλήψεις  βάρους παραμένουν βαθιά ριζωμένες στην κοινωνία, με αποτέλεσμα διακρίσεις βάρους να αναφέρονται μέχρι και στο 40% των πασχόντων, με τα ποσοστά να είναι ψηλότερα σε άτομα με περισσότερα κιλά, και σε γυναίκες σε σχέση με άντρες. Οι συμπεριφορές αυτές οδηγούν σε εσωτερίκευση της προκατάληψης βάρους από τους ίδιους τους πάσχοντες, την κατοχή δηλαδή αρνητικών πεποιθήσεων για τον εαυτό τους λόγω του βάρους ή του μεγέθους, μέχρι και στο 50% των περιπτώσεων. Τα συναισθήματα αυτά είναι συχνότερα και ισχυρότερα σε άτομα με περισσότερα κιλά που προσπαθούν να χάσουν βάρος. Προκατάληψη βάρους έχει αναφερθεί ακόμα και μεταξύ επαγγελματιών υγείας, συμπεριλαμβανομένων γιατρών, νοσηλευτών, διαιτολόγων, και ψυχολόγων, ακόμα κι ανάμεσα σε αυτούς που ασχολούνται με την παχυσαρκία.

Υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι τα μέσα ενημέρωσης είναι μια διάχυτη πηγή προκατάληψης βάρους και μπορούν να ενισχύσουν το στίγμα. Έχει υπολογιστεί ότι πάνω από τα δύο τρίτα των εικόνων που συνοδεύουν τις αναφορές των μέσων ενημέρωσης για την παχυσαρκία περιέχουν στίγμα βάρους, και πειραματικές μελέτες δείχνουν ότι η προβολή εικόνων αυτού του τύπου οδηγεί σε αυξημένη προκατάληψη βάρους.

Στίγμα βάρους και επίδραση στην ψυχική και σωματική υγεία.

Παιδιά και έφηβοι με περισσότερα κιλά υποβάλλονται σε πειράγματα και εκφοβισμό, ενώ είναι πολύ πιο πιθανό να υποστούν bullying και cyberbullying. Γίνονται έτσι πιο επιρρεπείς στην εμφάνιση χαμηλής αυτοεκτίμησης και κοινωνικής απομόνωσης, και στην ανάπτυξη διαταραχών ψυχικής υγείας όπως κατάθλιψη και αγχώδεις διαταραχές. Πολλές φορές οδηγούνται σε διατροφικές διαταραχές, παθολογικές συμπεριφορές ελέγχου βάρους ή ακόμα και κατάχρηση ουσιών. Έχει αποδειχθεί βάσει μελετών ότι άτομα που βιώνουν διακρίσεις βάρους, σε σύγκριση με άτομα ίδιου βάρους που δεν έχουν υποστεί διακρίσεις, παρουσιάζουν ψηλότερα ποσοστά C-αντιδρώσας πρωτεΐνης, μιας ουσίας που υποδηλώνει φλεγμονή, καθώς και κορτιζόλης. Έχουν επίσης μακροπρόθεσμα αυξημένο καρδιομεταβολικό κίνδυνο, και αυξημένη θνησιμότητα.

Η διαδεδομένη, αλλά αναπόδεικτη, υπόθεση ότι το σωματικό βάρος είναι απολύτως ελεγχόμενο από τις επιλογές του τρόπου ζωής έχει πολύ σημαντική αρνητική επίδραση στο επίπεδο υγειονομικής περίθαλψης των πασχόντων. Μελέτες δείχνουν ότι οι επαγγελματίες υγείας τείνουν να περνούν λιγότερο χρόνο σε ραντεβού με παχύσαρκους. Πάσχοντες που έχουν βιώσει προκατάληψη βάρους κατά την περίθαλψη τους, έχουν ανεπαρκή αποτελέσματα και είναι πιο πιθανό να αποφύγουν τη μελλοντική φροντίδα. Τα εμπόδια στη σωστή φροντίδα ενός παχύσαρκου είναι πολλαπλά. Παρά τα υψηλά ποσοστά παχυσαρκίας, πολλά νοσοκομεία ή ιατρεία αρνούνται να υποβάλουν τους πάσχοντες σε εξετάσεις ή επεμβάσεις που είναι αυτονόητες για τον λοιπό πληθυσμό, για το φόβο επιπλοκών, ή επειδή ο εξοπλισμός, (κρεβάτια, εξεταστικές κλίνες, αξονικοί και μαγνητικοί τομογράφοι), δεν έχει τις προδιαγραφές για το επιπλέον βάρος. Αντί λοιπόν της προμήθειας κατάλληλου υλικοτεχνικού εξοπλισμού, τα συστήματα υγείας καταλήγουν σε ρατσιστική συμπεριφορά έναντι των παχύσαρκων. Παρόλο που όλο και περισσότερο γίνεται αποδεκτό ότι η παχυσαρκία είναι νόσος, πολλά συστήματα υγείας εξακολουθούν να μην παρέχουν ασφαλιστική κάλυψη των θεραπευτικών παρεμβάσεων, ή να θέτουν περιορισμούς, συμπεριλαμβανομένης της εκπλήρωσης κριτηρίων για τα οποία υπάρχουν περιορισμένα ή καθόλου στοιχεία. Το αποτέλεσμα είναι να μην παρέχονται αποτελεσματικές μορφές θεραπείας για σοβαρές μορφές της παχυσαρκίας ή και του Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2, τη στιγμή που η αντίστοιχη χρήση αυθαίρετων κριτηρίων σε άλλες χρόνιες ασθένειες (π.χ. καρκίνος, καρδιαγγειακές παθήσεις, οστεοαρθρίτιδα κτλ.) και η άρνηση κάλυψης της θεραπείας για κάποια από αυτές θα ήταν κοινωνικά αδικαιολόγητη και ηθικά απαράδεκτη.

Στίγμα βάρους και απασχόληση

Ένας από τους τομείς στους οποίους οι διακρίσεις βάρους είναι πιο εμφανείς είναι η απασχόληση. Έχει αποδειχτεί ότι οι πάσχοντες από παχυσαρκία λαμβάνουν χαμηλότερους μισθούς, δουλεύουν περισσότερες ώρες, θεωρούνται λιγότερο εξειδικευμένα και λιγότερο κατάλληλα για την απασχόληση. Ένας παχύσαρκος είναι λιγότερο πιθανό να κληθεί για συνέντευξη σε σχέση με ένα άτομο λεπτότερο με τις ίδιες ακριβώς δεξιότητες, κι εφόσον απασχολείται θεωρείται λιγότερο επιτυχής. Ως συνήθως οι διακρίσεις αυτές είναι ισχυρότερες εναντίον ατόμων με περισσότερα κιλά και εναντίον γυναικών. Υπάρχει ισχυρή συσχέτιση ανάμεσα σε ψηλότερο σωματικό βάρος και χαμηλή κοινωνικοοικονομική κατάσταση ιδίως σε γυναίκες, ενώ υπέρβαρες γυναίκες είναι πιο πιθανό να εργαστούν για χαμηλότερους μισθούς σε σχέση με γυναίκες μέσου μεγέθους και όλους τους άντρες.

Στίγμα βάρους και αποτροπή από τη θεραπεία

 Οι κοινωνικές διακρίσεις που προκύπτουν από τις προκαταλήψεις βάρους επεκτείνονται και στο στιγματισμό της χειρουργικής θεραπείας της παχυσαρκίας. Η μεταβολική χειρουργική έχει αποδειχθεί ως η πιο αποτελεσματική και μακροχρόνια θεραπεία της νόσου της παχυσαρκίας, ειδικά όταν γίνεται από εξειδικευμένες ομάδες με βάση διεθνώς αναγνωρισμένα πρωτόκολλα. Όμως παρατηρείται το φαινόμενο, τα άτομα που χάνουν βάρος με τη βοήθεια χειρουργικής επέμβασης να στιγματίζονται χειρότερα, επειδή επικρατεί το στερεότυπο ότι οι επεμβάσεις απώλειας βάρους είναι η εύκολη λύση, και όποιος τις επιλέγει είναι τεμπέλης και ενδιαφέρεται λιγότερο για την απώλεια βάρους, στιγματίζοντας περαιτέρω τις ίδιες τις επεμβάσεις ως αισθητικές. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι πολλοί ντρέπονται να επιλέξουν τη χειρουργική θεραπεία, ή κρύβουν το γεγονός ότι έχουν υποβληθεί σε αυτή. Παρά τον τεράστιο όγκο δεδομένων που υποστηρίζουν το όφελος των χειρουργικών επεμβάσεων για τους ίδιους τους πάσχοντες, και τη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας για τα ασφαλιστικά συστήματα, μόνο 1-2% των πασχόντων που πληρούν τις προϋποθέσεις υποβάλλονται τελικά σε χειρουργική επέμβαση, και λιγότερο του 20% από αυτούς έχουν έγκριση από τον ασφαλιστικό φορέα τους.  

Υπάρχουν πολλά παραδείγματα παθήσεων που κουβαλούσαν στίγμα για τους πάσχοντες τους, όπως π.χ. η πανούκλα, ή χολέρα, η σύφιλη και το AIDS, επηρεάζοντας τις προσπάθειες της δημόσιας υγείας για τον έλεγχο των επιδημιών. Οι μέχρι σήμερα προσπάθειες υγείας όχι μόνο έχουν παραμελήσει το στίγμα της παχυσαρκίας ως εμπόδιο στις προσπάθειες αντιμετώπισης, αλλά συχνά προωθούν τον στιγματισμό των ατόμων, με βάση τη λαθεμένη υπόθεση ότι η ντροπή θα οδηγήσει τους πάσχοντες στην απώλεια βάρους. Στην πραγματικότητα τέτοιες προσπάθειες οδηγούν στο αντίθετο αποτέλεσμα, επιδεινώνοντας περαιτέρω τη χαμηλή αυτοεκτίμηση των πασχόντων, εμβαθύνοντας την εσωτερίκευση των προκαταλήψεων, και επιδεινώνοντας τελικά το πρόβλημα. Επιπλέον πολλά κράτη επικεντρώνουν τις προσπάθειες τους στην πρόληψη της παχυσαρκίας ως προτιμότερη εναλλακτική λύση των υπόλοιπων, θεωρούμενων δαπανηρών θεραπειών. Πρόκειται για μια κοντόφθαλμη λογική που ορίζει την πρόληψη και τη θεραπεία ως αμοιβαία αποκλειόμενες, και επιτείνει τις διακρίσεις βάρους καθώς αυτοί που είναι ήδη παχύσαρκοι αποκλείονται από τις κατάλληλες θεραπείες. Στην πραγματικότητα πρόληψη και θεραπεία απευθύνονται σε δυο διαφορετικούς πληθυσμούς με εντελώς διαφορετικές ανάγκες.

Στίγμα βάρους και ανθρώπινα δικαιώματα

Η ισχύουσα νομοθεσία σε όλο τον κόσμο προστατεύει άτομα από διακρίσεις με βάση εξωτερικά χαρακτηριστικά και ιατρικές παθήσεις. Όμως δεν παρέχει καμία προστασία σε πάσχοντες από παχυσαρκία. Σύμφωνα με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου το υπερβολικό βάρος θα μπορούσε να θεωρηθεί αναπηρία εφόσον διαταράσσει την ικανότητα του πάσχοντα να εργάζεται. Η απόφαση δυστυχώς επιτρέπει την ελεύθερη ερμηνεία των νόμων κατά των διακρίσεων σε πάσχοντες από παχυσαρκία. Η Μεγάλη Βρετανία, γνωστή για την προοδευτική της στάση στην προστασία ατομικών δικαιωμάτων, απαγορεύει βάσει νόμου τις διακρίσεις λόγω ηλικίας, αναπηρίας, αλλαγής φύλου, γάμου και αστικής σχέσης, εγκυμοσύνης, μητρότητας, φυλής, εθνικότητας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, φύλου και γενετήσιου προσανατολισμού— αλλά όχι για παχυσαρκία. Η απουσία νομοθεσίας συμβάλλει στη διαιώνιση του στίγματος της παχυσαρκίας, καθώς μεταδίδει το μήνυμα ότι είναι ανεκτό κι αποδεκτό.

Στίγμα βάρους και οι μύθοι που το διαιωνίζουν

Υπάρχουν πολλές παρανοήσεις που οδηγούν στις διακρίσεις βάρους. Οι περισσότερες στηρίζονται στην ιδέα ότι η παχυσαρκία οφείλεται αποκλειστικά στα ελαττώματα των πασχόντων όπως  τεμπελιά και η λαιμαργία, και ότι το σωματικό βάρος βρίσκεται εξ ολοκλήρου κάτω από τον έλεγχο της βούλησης του ατόμου. Η υπόθεση αυτή είναι πολύ διαδεδομένη αλλά επίσης εντελώς λαθεμένη καθώς στηρίζεται σε προκαταλήψεις και αγνοεί τον όγκο των επιστημονικών δεδομένων που έχει συσσωρευθεί τα τελευταία χρόνια.

Μερικοί από τους μύθους που διαιωνίζουν το στίγμα της παχυσαρκίας είναι:

1. Το σωματικό βάρος είναι απλή αριθμητική μεταξύ πρόσληψης και κατανάλωσης θερμίδων.

Αυτή η υπεραπλουστευμένη εξίσωση υποστηρίζεται ακόμα και από επαγγελματίες υγείας,  και θεωρεί ότι το σωματικό βάρος είναι ένα ισοζύγιο πρόσληψης τροφής από τη μια και άσκησης από την άλλη, απολύτως ελεγχόμενη από εθελοντικές αποφάσεις.

Η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Η ενεργειακή πρόσληψη εξαρτάται από πολλούς άλλους παράγοντες που δε βρίσκονται υπό τον έλεγχο του ατόμου, όπως την ποσότητα ενέργειας που απορροφάται από τον γαστρεντερικό σωλήνα, που με τη σειρά της επηρεάζεται από το ισοζύγιο πεπτικών ενζύμων, χολικών αλάτων και μικροβιώματος του εντέρου. Σημαντικό ρόλο παίζουν επίσης οι ορμόνες του γαστρεντερικού (γκρελίνη, παγκρεατικό πολυπεπτίδιο, GLP-1), καθώς και νευρικά σήματα. Αντίστοιχα η σωματική άσκηση συμβάλει μόνο κατά 20-30% στην ημερήσια ενεργειακή δαπάνη του ανθρώπινου σώματος. Ο βασικός μεταβολικός ρυθμός αντιπροσωπεύει το υπόλοιπο 70-80%. Όποια κι αν είναι λοιπόν η αύξηση της ενεργειακής δαπάνης μέσω άσκησης, αυτή είναι σχετικά μικρή για να προκαλέσει σημαντικές αλλαγές, με εξαίρεση άτομα που αθλούνται για πολλές ώρες κάθε μέρα.

Πολύ σημαντικό ρόλο παίζουν οι ομοιοστατικοί μηχανισμοί του σώματος, που μεταξύ άλλων, τείνουν να διατηρούν το σωματικό βάρος σ’ ένα σχετικά στενό εξατομικευμένο εύρος. Αυτό το ρυθμιστικό σύστημα που είναι εντελώς εκτός του ελέγχου του ατόμου, μπορεί να εξουδετερώσει τις εθελοντικές προσπάθειες απώλειας βάρους ενεργοποιώντας ισχυρούς αντισταθμιστικούς μηχανισμούς που οδηγούν σε μείωση του βασικού μεταβολικού ρυθμού και αύξηση του αισθήματος της πείνας. Αυτές οι μεταβολικές και βιολογικές προσαρμογές μπορούν να επιμείνουν μακροπρόθεσμα μετά την απώλεια βάρους και να συνεχιστούν ακόμη και μετά από επαναπρόσληψη βάρους, οδηγώντας σε πρόσληψη μεγαλύτερης ποσότητας βάρους σε σύγκριση με την απώλεια.

2. Η παχυσαρκία προκαλείται κυρίως από την εθελοντική υπερκατανάλωση τροφής και τον καθιστικό τρόπο ζωής

Υπάρχουν πολλαπλές μελέτες που αποδεικνύουν ότι η ημερήσια ενεργειακή δαπάνη ατόμων με δυτικό τρόπο ζωής, δεν είναι πολύ διαφορετική κατοίκων χωρών του Τρίτου Κόσμου. Υπάρχουν όλο και περισσότερα στοιχεία που υποδεικνύουν άλλες πιθανές συνυπάρχουσες αιτίες όπως γενετικοί παράγοντες,, στέρηση ύπνου, ψυχολογικό στρες και ορμονικές επιδράσεις. Αυτοί οι παράγοντες δεν απαιτούν υπερκατανάλωση τροφής ή σωματική αδράνεια για να εξηγήσουν το υπερβολικό βάρος. Η συχνή αποτυχία των θεραπευτικών στρατηγικών και των στρατηγικών δημόσιας υγείας που επικεντρώνονται στη σύσταση να «τρώτε λιγότερο και να κινούμαστε περισσότερο» θα πρέπει να θέτει υπό αμφισβήτηση τον ρόλο της υπερκατανάλωσης θερμίδων και της καθιστικής ζωής ως κύριων αιτίων της παχυσαρκίας.

3. Η παχυσαρκία είναι μια επιλογή τρόπου ζωής

Τα άτομα με παχυσαρκία συνήθως αναγνωρίζουν την παχυσαρκία ως σοβαρό πρόβλημα υγείας, και όχι ως συνειδητή επιλογή. Δεδομένων των αρνητικών επιπτώσεων της παχυσαρκίας στην ποιότητα ζωής, των γνωστών κινδύνων σοβαρών επιπλοκών και του μειωμένου προσδόκιμου επιβίωσης, το να ορίζεται η παχυσαρκία ως επιλογή είναι μια θλιβερά παραπληροφορημένη εξήγηση της πάθησης.

4. Η παχυσαρκία είναι μια κατάσταση, όχι μια ασθένεια

Ένα επιχείρημα που χρησιμοποιείται συχνά κατά της επισήμανσης της παχυσαρκίας ως ασθένειας είναι ότι με αυτόν τον τρόπο δίνεται το μήνυμα ότι η ατομική ευθύνη δεν είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, μειώνοντας έτσι την τήρηση του πιο υγιεινού τρόπου ζωής. Ο ορισμός της παχυσαρκίας ως ασθένειας ή όχι, ωστόσο, θα πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικά ιατρικά και βιολογικά στοιχεία, όχι σε κοινωνιολογικές επιπτώσεις. Αυτά τα κριτήρια περιλαμβάνουν συγκεκριμένα σημεία και συμπτώματα, μειωμένη ποιότητα ζωής, αυξημένο κίνδυνο περαιτέρω παθήσεων,, επιπλοκές, και απόκλιση από την κανονική φυσιολογία (για παράδειγμα, φλεγμονή, αντίσταση στην ινσουλίνη, και μεταβολές των ορμονικών σημάτων που ρυθμίζουν κορεσμό και όρεξη). Με βάση αυτά, η παχυσαρκία έχει αναγνωριστεί ως νόσος τόσο από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, όσο και από δεκάδες επιστημονικές ενώσεις παθολόγων ενδοκρινολόγων και χειρουργών.

5. Η σοβαρή παχυσαρκία είναι συνήθως αναστρέψιμη με υγιεινή διατροφή και άσκηση.

Η υπόθεση αυτή δεν υποστηρίζεται επίσης από αποδεικτικά στοιχεία. Πρώτον, το σωματικό βάρος και η λιπώδης μάζα είναι γνωστό ότι ρυθμίζονται από πολλούς φυσιολογικούς μηχανισμούς, πέρα από την εθελοντική πρόσληψη τροφής και σωματική άσκηση. Και πλέον υπάρχει τεράστιος όγκος μελετών που αποδεικνύουν ότι η αλλαγή τρόπου ζωής δίνει μόνο μέτρια αποτελέσματα στο σωματικό βάρος στα περισσότερα άτομα με σοβαρή παχυσαρκία. Λόγω των προαναφερθέντων μηχανισμών της ομοιόστασης, όταν το σωματικό βάρος μειώνεται, το σώμα ανταποκρίνεται με μειωμένο βασικό μεταβολικό ρυθμό και αλλαγές στα σήματα που αυξάνουν την πείνα και μειώνουν τον κορεσμό (για παράδειγμα, λεπτίνη, γκρελίνη). Αυτές οι αντισταθμιστικές μεταβολικές και βιολογικές προσαρμογές οδηγούν σε επαναπρόσληψη βάρους και επιμένουν για όσο διάστημα τα άτομα βρίσκονται σε κατάσταση μειωμένης κατανάλωσης ενέργειας ακόμα και μετά από πλήρη επαναπρόσληψη βάρους.

6. Οι επεμβάσεις απώλειας βάρους είναι η εύκολη λύση για άτομα που δεν είναι αρκετά πειθαρχημένα.

Με βάση τα ως τώρα επιστημονικά δεδομένα στηριζόμενα στην εμπειρία εκατοντάδων χιλιάδων επεμβάσεων, οι χειρουργικές επεμβάσεις προκαλούν πολυάριθμες μεταβολές στους αντισταθμιστικούς ομοιοστατικούς μηχανισμούς που ενεργοποιούνται από την απώλεια βάρους, καθιστώντας την έτσι σημαντική και μακροπρόθεσμη.  Αντίθετα με τις προσπάθειες αλλαγής διατροφής, οι επεμβάσεις απώλειας βάρους οδηγούν σε μείωση της όρεξης και αύξηση του βασικού μεταβολικού ρυθμού. Έχουν παρατηρηθεί επίσης σημαντικές μεταβολές στις γαστρεντερικές ορμόνες, στο μικροβίωμα του εντέρου, στο ισοζύγιο χολής και πεπτικών ενζύμων καθώς και στην αντίσταση του σώματος στην ινσουλίνη.

Το στίγμα και οι διακρίσεις βάρους είναι διάχυτα και προκαλούν σημαντική βλάβη στα θιγόμενα άτομα. Η διαδεδομένη αφήγηση της παχυσαρκίας στα μέσα ενημέρωσης, στις εκστρατείες δημόσιας υγείας, στον πολιτικό λόγο, ακόμη και στην επιστημονική βιβλιογραφία που αποδίδει την αιτία της παχυσαρκίας κυρίως στην προσωπική ευθύνη έχει σημαντικό ρόλο στην έκφραση του κοινωνικού στίγματος βάρους, και ενισχύει τα στερεότυπα που βασίζονται στο βάρος. Η προκατάληψη βάρους και το στίγμα μπορούν να οδηγήσουν σε διακρίσεις και να υπονομεύσουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα κοινωνικά δικαιώματα και την υγεία των ατόμων που πλήττονται. Στοιχεία από διάφορες χώρες δείχνουν ότι όταν τα άτομα αποδίδουν τις αιτίες της παχυσαρκίας κυρίως σε εσωτερικούς, ελεγχόμενους παράγοντες ή προσωπικές επιλογές, παρουσιάζουν μεγαλύτερη προκατάληψη βάρους, ενώ η αναγνώριση των σύνθετων αιτίων της παχυσαρκίας (συμπεριλαμβανομένων στοιχείων όπως η γενετική, η βιολογία και οι περιβαλλοντικοί παράγοντες) σχετίζεται με χαμηλότερα επίπεδα μεροληψίας βάρους. Τα ευρήματα αυτά δείχνουν ότι η επικρατούσα αφήγηση της παχυσαρκίας στην κάλυψη ειδήσεων, εκστρατείες δημόσιας υγείας, και πολιτικό λόγο-επικεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στις έννοιες της προσωπικής ευθύνης μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην έκφραση του στίγματος του βάρους και να ενισχύσει τα στερεότυπα. Η επισήμανση της παχυσαρκίας ως ασθένειας, παράγοντα κινδύνου ή πάθησης έχει επιπτώσεις στη θεραπεία και την ανάπτυξη πολιτικής και μπορεί να συμβάλει στην προώθηση ή τον μετριασμό των στιγματισμού των απόψεων προς τα άτομα που επηρεάζονται.

Leave a Reply